Γενικά

H αυξημένη Ολική Χοληστερόλη (TC) και η LDL-c χοληστερόλη του πλάσματος είναι μεταξύ των κυριότερων παραγόντων κινδύνου για την πρόκληση καρδιαγγειακής νόσου. Η υπερτριγλυκεριδαιμία και χαμηλή HDL-c χοληστερόλη είναι ανεξάρτητοι παράγοντες κινδύνου για συμβάματα.
Γενετικές, παθολογο-ανατομικές,  μελέτες παρατήρησης και παρεμβατικές έχουν καθιερώσει τον κρίσιμο ρόλο της δυσλιπιδαιμίας, και ιδιαίτερα της υπερχοληστερολαιμίας, στην ανάπτυξη καρδιαγγειακής νόσου. Η HDL-c χοληστερόλη δεν προκαλεί αθηροσκλήρωση, αλλά αντιθέτως, έχει αντι-αθηρογόνες ιδιότητες. Σε αντίθεση, η LDL-c χοληστερόλη και ιδιαίτερα τα μικρά και πυκνά μόριά τους είναι αθηρογόνα. Τα χυλομικρά και η VLDL-c δεν είναι αθηρογόνα μόρια, αλλά σε υψηλές συγκεντρώσεις ενέχονται στην πρόκληση παγκρεατίτιδας.

Βιβλιογραφία

Perk J, De Backer G, Gohlke H, et al. [European Guidelines on Cardiovascular Disease Prevention in Clinical Practice (version 2012). The Fifth Joint Task Force of the European Society of Cardiology and other societies on cardiovascular disease prevention in clinical practice (constituted by representatives of nine societies and by invited experts)]. G Ital Cardiol (Rome) 2013;14(5):328-92.